Σάββατο 29 Μαρτίου 2014
Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013
8 μαθήματα αγάπης από μια μαμά στην κόρη της
Τρίτη 5 Ιουνίου 2012
Μπορεί και να ' ναι η νεράιδα ...
“… Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη.
Πηγαινόρχουνταν σαν πνεύμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σα να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.
Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς τη σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει.
Μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.
Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πυθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλο της και γίνει άφαντη…”
Νικος Καζαντζάκης
“Αναφορά στον Γκρέκο” (απόσπασμα)
Ετικέτες Βιβλια
Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011
Κυριακή 3 Απριλίου 2011
Η αγάπη δε δίνει τίποτα άλλο από τον εαυτό της ...
Όταν η αγάπη σας γνέφει, ακολουθείστε την.
Παρόλο που οι δρόμοι της είναι σκληροί κι απότομοι.
Και όταν τα φτερά της σας τυλίξουν, δοθείτε της.
Παρόλο που το ξίφος που είναι κρυμμένο ανάμεσα στα φτερά της μπορεί να σας πληγώσει.
Και όταν σας μιλά, πιστέψτε την.
Παρόλο που η φωνή της μπορεί να συντρίψει τα όνειρά σας σαν τον βοριά που τον κήπο ερημώνει.
Γιατί όπως η αγάπη σας στεφανώνει, έτσι και θα σας σταυρώσει. Όπως είναι για το μεγάλωμά σας, έτσι είναι και για το κλάδεμά σας.
Όπως ανεβαίνει στην ψηλότερη κορφή σας και χαϊδεύει τα τρυφερότερα κλαδιά σας που ριγούν στον ήλιο.
Έτσι θα κατέβει και στις ρίζες σας και θα τις τραντάξει στην προσκόληση τους στην γη.
Σαν δεμάτια καλαμπόκι σας μαζεύει κοντά της.
Σας χτυπά στο αλώνι για να σας γυμνώσει.
Σας κοσκινίζει για να σας απαλλάξει από τους φλοιούς.
Σας αλέθει μέχρι να γίνετε λευκοί.
Σας ζυμώνει μέχρι να γίνετε μαλακοί.
Και μετά σας στέλνει στην ιερή φωτιά της, για να γίνετε ιερό ψωμί για το ιερό συμπόσιο του Θεού.
Όλα αυτά τα πράγματα θα σας κάνει η αγάπη για γνωρίσετε τα μυστικά της καρδιάς σας και στη γνώση αυτή να γίνετε ένα κομμάτι από την καρδιά της Ζωής.
Αν όμως στο φόβο σας αναζητήσετε μόνο τη γαλήνη της αγάπης και την απόλαυσή της...
Τότε θα είναι καλύτερα να σκεπάσετε την γύμνια σας και να φύγετε από το αλώνι της αγάπης.
Σε έναν κόσμο δίχως εποχές, όπου θα γελάτε, αλλά όχι με όλο σας το γέλιο, και θα κλαίτε, αλλά όχι με όλο σας το δάκρυ.
Η αγάπη δε δίνει τίποτε άλλο από τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά τον εαυτό της.
Η αγάπη δεν κάνει τίποτα κτήμα της ούτε και γίνεται η ίδια κτήμα.
Γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.
Όταν αγαπάτε δε θα πρέπει να λέτε, "Ο Θεός είναι μέσα στην καρδιά μου", αλλά μάλλον, "Είμαι μέσα στην καρδιά του Θεού".
Και μη νομίζετε ότι μπορείτε να κατευθύνετε την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σας βρει άξιους, θα κατευθύνει αυτή την πορεία σας.
Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία από το να εκπληρώσει τον εαυτό της.
Αλλά αν αγαπάτε και επιμένετε να έχετε επιθυμίες, ας είναι τούτες οι επιθυμίες σας:
Να λιώσετε και να γίνετε σαν ένα τρεχούμενο ρυάκι, που τραγουδά τη μελωδία του στη νύχτα.
Να γνωρίσετε τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.
Να πληγωθείτε από την ίδια σας την κατανόηση της αγάπης.
Και να αιμορραγήσετε πρόθυμα και χαρούμενα.
Να ξυπνήσετε το ξημέρωμα με μια φτερωτή καρδιά και να ευχαριστήσετε για μια ακόμα μέρα αγάπης.
Να αναπαυθείτε το μεσημέρι και να συλλογιστείτε την έκσταση της αγάπης.
Να γυρίσετε σπίτι το βράδυ με ευγνωμοσύνη.
Και μετά να κοιμηθείτε με μια προσευχή για τον αγαπημένο στην καρδιά κι έναν ύμνο επαίνου στα χείλη.
Ετικέτες Βιβλια
Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011
Ο παράδεισος για μένα είσαι εσύ ...
Τα μωρά είναι πολύ ευαίσθητα γι’ αυτό πρέπει να τα προσέχουμε σαν τα μάτια μας.
Όλες οι μαμάδες αγαπούν τα παιδάκια τους.
Επίσης πρέπει να κάνουν ότι μπορούν για να τα κρατήσουν προστατευμένα γιατί τα αγαπούν πάρα πάρα πολύ .
Τα παιδιά αγαπούν της μαμάδες τους .Όσο και η μανούλα!!!
Τα παιδιά όταν μια μέρα μιλήσουν και πουν πρώτη φορά την λέξη « ΜΑΜΑ » αυτό είναι κάτι που εκείνη την συγκινεί από την αγάπη του παιδιού της.
Σ’ αγαπώ μαμά!!!
"Ν"
Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010
Ο ταξιδιώτης και η μαργαρίτα ... Tου Ευγένιου Τριβιζά
Μεσάνυχτα... Στον ουρανό τον ήσυχο, το βαθυσκότεινο, θαμποσβήνουν δειλά, αχνόφωτα τα αστέρια σ’ άπειρους μαγευτικούς συνδυασμούς, αμέτρητες εξωτικές, παραμυθένιες ζωγραφιές. Αστέρια πολλά. Μυριάδες αστέρια. Φαναράκια χρυσαφιά, που, με τις τοσοδούλικες τους λάμψεις, ζωγραφίζουν στα μενεξεδένια βελούδα γαλέρες, γιρλάντες, άτια και κάστρα και θεριά παράξενα. Εκεί ψηλά, στων αστεριών τον κόσμο που η χλωμόχρυση σελήνη βασιλεύει, πλανιόταν κάποτε συντροφικά τρία άστρα μικρά, αδέλφια αγαπημένα. Το πρώτο το ‘λεγαν Αυγερινό, τα’ άλλο Αστραφτερή και το τρίτο το τελευταίο, που ‘χε την πιο γλυκόθωρη λάμψη απ’ όλα τ’ άλλα αστέρια που το στερέωμα στολίζουν, το ‘λεγαν «Καμάρι τ’ Ουρανού». Ανέμελα έπαιζαν κρυφτό στα πουπουλένια νέφη, κυνηγητό με τις φεγγαραχτίδες, που γλιστρούσαν γοργά, γνέφανε γελαστά, χάνονταν και ξέφευγαν στ’ απλόχωρα ουράνια χαρωπές. Ώσπου κουράστηκε κάποια νυχτιά το Καμάρι τ’ Ουρανού με τ’ αδέλφια του αντάμα. Απόκαμε να παίξει. Βαρέθηκε να θαυμάζει το φεγγάρι εκστατικά. Πεθύμησε σ’ άλλους κόσμους, κόσμους πρωτόγνωρους, αλαργινούς, να ταξιδέψει. Δεν το χώραγε ο ουρανός, άχαρος και πληχτικός του φαινότανε ο γαλαξίας. - Μη φεύγεις! παρακάλεσε η Αστραφτερή. - Μη μας αφήνεις! κλάφτηκε ο Αυγερινός. Μα το ‘χε πάρει απόφαση το Καμάρι τ’ Ουρανού. Υπόσχεση του έδωσε πως θα γυρνούσε σίγουρα, προτού η ροδόλουστη αυγούλα ξεπροβάλει, και, μ’ ένα σάλτο ανάλαφρο, αποχαιρέτησε τους συντρόφους του και τις ουράνιες στράτες. Άρχισε να γλιστρά γοργά στο διάφανο διάστημα, νιώθοντας έναν ίλιγγο μεθυστικό, ίλιγγο που τ’ ανατρίχιαζε, του έκοβε την ανάσα. Ένα τράνταγμα, μια μαρμαρυγή, κι έπεσε το Καμάρι τ’ Ουρανού στη Γή! Όταν συνήλθε απ’ την παραζάλη, έφερε το βλέμμα γύρωθε του. Είχε βυθιστεί σ’ ένα λιβάδι άγνωστο και σκοτεινό, κι η αχνή του ανάσα φανέρωνε μια ύπαρξη μαγευτική, εκεί κοντά του. Πλάι του ακριβώς, στην άκρη μίσχου λεπτού, φύτρωνε ένας ήλιος τοσοδούλης, στεφανωμένος πάλλευκες αχτίδες. - Ποιος είσαι; μίλησε η μαργαρίτα πρώτη. - Ένας ταξιδιώτης από το γαλαξία. Εσύ; - Λουλούδι. Δεν έχεις ξαναδεί; - Όχι. Από πού έπεσες εδώ; - Δεν έπεσα. Εδώ έτυχε ν’ αναστηθώ, εδώ, σ’ ένα λιβάδι μυστικό, να ρουφώ από τη γή πικρούς χυμούς και να προσμένω… Δε χόρταινε να την κοιτά, να θαυμάζει το φλουράτο κεφαλάκι με τα χαριτωμένα πέταλα, τον ντελικάτο μίσχο της τον τρυφερό. Απόμειναν για λίγο σιωπηλοί. Μόνο τ’ αργοθρόισμα ακουγόταν. Ύστερα, σιγανή άκουσε τη φωνή της: Έψαχνες να με βρείς; Έτσι θαρρώ! Είχε σκήψει πλάι του. Πολύ κοντά του. Ένιωσε το άρωμα της. Ένα της πέταλο άγγιξε μια χρυσαφιά του ακίδα. Ρίγησαν. Μια άλικη σπίθα ελαμψε ανάμεσα τους, κι η ψυχή του ξενιτεμένου αστεριού πλημμύρισε λατρεία τρυφερή για την μαργαρίτα την χλωμή, που ‘γερνε πλάι του σιγοτρέμοντας, απ’ τη φεγγοβολιά του θαμπωμένη. Κι εκείνη η κρυσταλλένια νύχτα ήταν μεγάλη, ατέλειωτη, με ώρες μεθυστικές, αμέτρητες, στιγμές μαγευτικές, ολόδικες τους. Το βαθυσκότεινο λιβάδι κοιμόταν απέραντο, ανασαλεύοντας νωχελικά στη μυρωμένη αύρα. Ξάφνου, μια σκιά πέρασε σαν αστραπή απ’ το λιβάδι, και προτού καλά καλά φανεί, την κατάπιε πάλι το σκοτάδι. Το αστέρι ένιωσε μια σαΐτα να κεντά τα’ ασημένια του τα φυλλοκάρδια, και την ίδια τη στιγμή ζήλια μαρτυρική στην ψυχή του να φουντώνει! Όσο ένιωθε την καλή του αγγελικά να το θωρεί, αμφιβολία βασανιστική το τυραννούσε, ζήλια για κάθε χορτάρι του απέραντου αγρού, για κάθε κρυφή της μαργαρίτας σκέψη… Βαθιά την αγαπούσε. Κι εκείνη το ίδιο άραγε; Αν καμωνόταν; Αν κάποιο άλλο α
στέρι πρόσμενε; Αν πεταλούδες πλουμιστές ονειρευόταν; Αν ταξίδευε κι αυτή στα όνειρά της; Πως θα σιγουρευόταν; Πως θα μάθαινε τα μυστικά της; Πως; Τέτοια συλλογιζόταν, όταν τράβηξε με δύναμη ένα πέταλο χιονάτο. - Μ’ αγαπά, μουρμούρισε όπως τ’ άφηνε να πέσει. Έπειτα, δισταχτικά τράβηξε ακόμα ένα. - Δεν μ’ αγαπά, ψέλλισε βραχνά. - Μη! στέναξε η μαργαρίτα τρέμοντας από πόνο γλυκό, παράπονο, απορία. Μα μες στη μέθη του τα’ αστέρι, πως θα μάθαινε, όπου να ‘ναι την αλήθεια, δεν έδωσε στο μαρτύριο της σημασία. - Μ’ αγαπά: γέλαγε τρισευτυχισμένο. - Δε μ’ αγαπά! θρηνούσε σκυθρωπό. Κι ασυλλόγιστα μαδούσε ολοένα τα πέταλα της τα χιονάτα, ένα ένα. - Γιατί; ψιθύριζε τ’ άδολο ανθάκι λαβωμένο. Μα τ’ αστέρι δεν την άκουγε, στον οίστρο του παραδομένο. - Μ’ αγαπά! - Δε μ’ αγαπά! Πονούσε η μαργαρίτα. Πονούσε πολύ. Με κάθε πέταλο απαλό έφευγε και μια πνοή. Ώσπου τράβηξε το στερνό της πέταλο τ’ αστέρι. - Μ’ αγαπά! φώναξε χαρούμενο. Κι ο αντίλαλος του γύρισε θλιμμένος πίσω. Σταμάτησε, σκέφτηκε. Είδε την μαργαρίτα να σκιρτά όλο παράπονο, να ξεψυχά εκεί, στης λάμψης του την αχνόφωτη αγκαλιά. Έγειρε αργά αργά, άγγιξε τη χλόη. Της αύρας η πνοή πήρε τα πέταλα, τα σκόρπισε τριγύρω. Ύστερα, τίποτ’ άλλο πια. Μόνο σκοτάδι. Κι ολόγυρα, σκούρα, πυκνά χορτάρια απειλητικά. Τότε μόνο ένιωσε τι της είχε κάνει. Τρεμόπαιξε για μια στιγμή, στέναξε κι έπαψε ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως. Άδικα πρόσμενε ο Αυγερινός. Άδικα τ’ αναζητούσε η Αστραφτερή.. γιατί δε γύρισε το Καμάρι τ’ Ουρανού, όπως είχε υποσχεθεί; Την άλλη μέρα, όταν ροδόλουστη η αυγή απ’ της ανατολής τ’ ασημογάλαζα ξεπρόβαλε τα τούλια, σ’ απλόχωρο λιβάδι λιόχαδο, πνιγμένα μες στη δροσερή του αγκάλη, βρήκε μια μαδημένη μαργαρίτα κι ένα σβησμένο αστέρι βυθισμένα…
Ετικέτες Παραμυθια






